Ρίχτερ

Ρίχτερ
ο, Ν
φρ. «κλίμακα Ρίχτερ»
(γεω < ρυσ.) ευρέως χρησιμοποιούμενη ποσοτική μέθοδος μέτρησης τού μεγέθους ενός σεισμού που αναπτύχθηκε το 1935 από τους σεισμολόγους Φράνσις Ρίχτερ και Μπένο Γκούτεμπεργκ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ρίχτερ, Γιόχαν Πάουλ Φρίντριχ — (Richter, Βουνζίντελ, Φραγκονία 1763– Μπαϊρόιτ 1825). Γερμανός συγγραφέας και παιδαγωγός. Άρχισε τις θεολογικές σπουδές του στη Λιψία και τις διέκοψε το 1784 για vα αφιερωθεί στην εκπαίδευση και στη λογοτεχνία. Το 1790 ίδρυσε το δημοτικό σχολείο… …   Dictionary of Greek

  • Ρίχτερ, κλίμακα — Στην κλίμακα αυτή μετράται το μέγεθος ή η ολική ενέργεια ενός σεισμού σαν ένας αριθμός μεταξύ του 0 και του 8,9. Ένας σεισμός μεγέθους 2 είναι ο μικρότερος που συνήθως γίνεται αισθητός, ενώ μερικοί από τους καταστροφικούς σεισμούς έχουν μεγέθη 8… …   Dictionary of Greek

  • Ρίχτερ, Σβιατοσλάβ Τεοφίλοβιτς — (Ζιτομίρ, Ουκρανία 1914). Σοβιετικός πιανίστας. Αν και αποκάλυψε πρώιμο μουσικό ταλέντο, ήρθε αργά η αναγνώριση του στους διεθνείς κύκλους συναυλιών, στους οποίους επρόκειτο αργότερα να σημειώσει θριάμβους. Φοίτησε το 1937 στο Ωδείο της Μόσχας… …   Dictionary of Greek

  • Ρίχτερ, Φ Τσαρλς — (Richter, 1900 – 1985). Αμερικανός σεισμολόγος, καθηγητής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας. O Ρ. επινόησε την ομώνυμη κλίμακα για την ταξινόμηση των σεισμών …   Dictionary of Greek

  • Ρίχτερ, Χανς — (Richter, Βερολίνο 1888 – Λοκάρνο, Ελβετία 1976). Γερμανός ζωγράφος, σκηνοθέτης, και θεωρητικός του κινηματογράφου και ένας από τους μεγαλύτερους πειραματιστές κινηματογραφικής αισθητικής. Ξεκινώντας από ζωγραφικές εμπειρίες του αφηρημένου… …   Dictionary of Greek

  • Όνεφαλς-Ρίχτερ, Μαξ — Ohnefalseh Richter, 1850 – 1917). Γερμανός αρχαιολόγος, ο πρώτος που έκανε ανασκαφές στην Κύπρο. Αρχικά ξεκίνησε τις ανασκαφές στο Κίτιο και αργότερα βρήκε το περίφημο κρανίο της Λινούς (1885), το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο της Βιέννης. Ο …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”